Από τα τρία μαχητικά αγωνίσματα της Αρχαίας Ελλάδας, Πυγμή, Παγκράτιον και Πάλη, τα δύο πρώτα χρησιμοποιούσαν χτυπήματα.
Οι παγκρατιαστές μπορούσαν να εκτελούν τα χτυπήματα με την πυγμή με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν και οι πυγμάχοι, οι πύκτες. Όμως υπήρχαν διαφορές στο ότι οι παγκρατιαστές μπορούσαν να χτυπούν και με όποιον άλλο τρόπο επιθυμούσαν με τα χέρια και τα πόδια.
Υπήρχε επίσης διαφορά στο ότι οι παγκρατιαστές συνήθως δεν φορούσαν ιμάντες, τα γάντια της εποχής, που φορούσαν οι πυγμάχοι. Ο λόγος ήταν ότι ήθελαν τα χέρια τους να είναι ελεύθερα για να μπορούν να πιάνουν και να εφαρμόζουν λαβές.
Και οι δύο ισχυροποιούσαν τα χτυπήματά τους χρησιμοποιώντας τον σάκο. Η προπόνηση στον σάκο λεγόταν κωρυκομαχία.
Ο κώρυκος ήταν σάκος γεμάτος με κεχραμίδες (σπόρους σύκου) ή αλεύρι για τους πιο αδύναμους και με άμμο για τους πιο δυνατούς.
Το μέγεθός του διέφερε ανάλογα με την ηλικία του ασκούμενου.
Κατά τον Φιλόστρατο έπρεπε να είναι ελαφρότερος για τους πυγμάχους και βαρύτερος για τους παγκρατιαστές.
Τον κώρυκο ο παγκρατιαστής τον κτυπούσε με τις γροθιές του, με τα πόδια, με το κεφάλι, το στήθος ή την πλάτη του, καθώς επίσης και με τα γόνατα και τους αγκώνες. Ήταν συνηθισμένη πρακτική να σταματούν την ταλάντωση τού σάκου με το στήθος ή άλλα μέρη τού σώματός τους προκειμένου να ισχυροποιήσουν τα εσωτερικά όργανα.